επίθ. 1. που προκαλεί την ευθυμία ή το γέλιο, έξυπνος και ευχάριστος..
2. που του λείπει η σοβαρότητα, γελοίος, κωμικός:..
3. ανάξιος λόγου, ασήμαντος..
Επίρρ. στις σημασ. 1 και 2 -α:-α τον κατέβρεξαν, -α το είπα, κουνιέμαι/ντύνομαι -α.
(Από το Νέο Ελληνικό Λεξικό του Εμμ. Κριαρά)